φαροδείκτης

φαροδείκτης
ο мор. книга маяков, сигнальных огней

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "φαροδείκτης" в других словарях:

  • φαροδείκτης — και φαροδείχτης, ο, Ν ναυτ. επίσημη ναυτιλιακή έκδοση που περιέχει κατάλογο τών φάρων που υπάρχουν σε μια μεγάλη θαλάσσια περιοχή με την ακριβή τους θέση και όλα τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φάρος (Ι) + δείκτης. Η λ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»